σπονδή

Τελετή των αρχαίων Ελλήνων στην οποία έχυναν από ένα ποτήρι κρασί πάνω στη φωτιά όπου προσφερόταν η θυσία, ή στη θάλασσα, ανάλογα με το αν η τελετή γινόταν σε πλοίο ή στην ξηρά, προς τιμή των θεών, και ψάλλοντας ταυτόχρονα κάποια ωδή. Ανάλογα με το σκοπό ή το θεό για τον οποίο γινόταν η σ., διάλεγαν και το χρησιμοποιούμενο υγρό. Όταν χρησιμοποιούσαν κρασί, οι σ. ονομάζονταν οινόσπονδες, και άοινοι, νηφάλιοι ή νηφάλια ήσαν εκείνες που γίνονταν χωρίς κρασί. Οι σ. χωρίς κρασί ονομάζονταν ειδικότερα υδρόσπονδοι, μελίσπονδοι, μηλίγματα, ελαιόσπονδοι. Σ. γίνονταν επίσης κατά την ανακωχή, ειρήνη ή σύναψη συμμαχίας, ή κατά την παράδοση νεκρών μετά τη μάχη για ταφή, αλλά σ’ αυτή την περίπτωση η λέξη χρησιμοποιόταν πάντα στον πληθυντικό, γιατί δεν υποδήλωνε μόνο την τελετή, αλλά και την ίδια την ειρήνη. Γι’ αυτό και έχουμε πενταετείς σπονδές, τριακοντούτεις σπονδές, καθώς και τις Ολυμπιακές σπονδές, την επίσημη δηλαδή ανακωχή που γινόταν στο διάστημα των Ολυμπιακών αγώνων. Εκείνοι που έπαιρναν μέρος στις σ. ονομάζονταν ένσπονδοι, εκείνοι που προστατεύονταν από τις σ. υπόσπονδοι, και εκείνοι που δεν συμμετείχαν σ’ αυτές έκσπονδοι.
* * *
η, ΝΜΑ [σπένδω]
1. έκχυση κρασιού ή άλλου υγρού από ποτήρι στη γη κατά τις αρχαίες ιεροτελεστίες, κυρίως στις θυσίες, στις κηδείες και στις συνθηκολογήσεις (α. «ἦν δὲ κἀμπέλου σπονδή», Σοφ.
β. «ἔγχει δὴ σπονδήν», Αριστοφ.)
2. στον πληθ. σπονδές και σπονδαί
επίσημη συνθήκη ανακωχής ή ειρήνης («ἄγοντες πρὸς Ἀθηναίους δεχημέρους σπονδάς», Θουκ.)
3. φρ. «τριακοντούτεις σπονδές [σπονδαί]» — η ειρήνη που συμφωνήθηκε μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών το 445 π.Χ.
νεοελλ.
μτφ. κρασοκατάνυξη, οινοποσία
αρχ.
1. το κείμενο τής συνθήκης, οι όροι τής ειρήνης («λύσετε δὲ οὐδὲ τὰς Λακεδαιμονίων σπονδάς», Θουκ.)
2. η επίσημη ανακωχή κατά τη διάρκεια τών Ολυμπιακών Αγώνων («ἐς Λέπρεον αὐτών ὁπλίτας ἐν ταῑς Ὀλυμπιακαῑς σπονδαῑς ἐσπέμψαι», Θουκ.)
3. πληρωμή σε χρήμα επί πλέον τής καταβολής σε είδος
4. φιλοδώρημα
5. πρόσθετο επίδομα σε αξιωματούχους
6. φρ. α) «σπονδῶν μετέχω καὶ εὐχῶν» ή «σπονδῶν κοινωνῶ» — μετέχω στις εορταστικές εκδηλώσεις ή στις τελετές τής ξενίας
β) «περὶ σπονδὰς ἔχω» — ασχολούμαι με ευωχίες (Ηρωδιαν.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σπονδῇ — σπονδή drink offering fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπονδή — drink offering fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπονδή — η 1. ιεροτελεστία στην αρχαιότητα κατά την οποία έχυναν κρασί ή λάδι στη γη από ειδικό αγγείο: Έκαναν σπονδή στον τάφο του Αχιλλέα. 2. πληθ., σπονδές, οι συνθήκη ειρήνης. 3. «σπονδή στο Βάκχο», κρασοπότι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σπονδή — [спонди] ουσ. в. возлияние …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σπονδῆι — σπονδῇ , σπονδή drink offering fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπονδαῖς — σπονδή drink offering fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπονδαῖσι — σπονδή drink offering fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπονδαῖσιν — σπονδή drink offering fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπονδαί — σπονδή drink offering fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπονδᾶν — σπονδή drink offering fem gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.